« Αγαθάγγελος», απότελεί προσωνυμία ενός χρησμολογικού κειμένου του 1750, το οποιο είχε ως σκοπό να τονώσει τις ελπίδες των υποδούλων Ελλήνων για την απελευθέρωση τους. Τον «Αγαθάγγελο» συνέγραψε ο λόγιος αγιορείτης αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Πολυείδης, ο οποιος είχε ταξιδέψει πολύ στην Ευρώπη. Κατά τον Θεόκλητο, ο «Αγαθάγγελος», απότελεί μετάφραση από τα Ιταλικά τής οπτασίας που είδε το 1279, ο Ρόδιος ιερομόναχος Ιερώνυμος Αγαθάγγελος, ενώ βρισκόταν στη Μεσσήνη της Σικελίας. Το 1750 ήταν, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το σύγγραμμα. ΕΙΣΑΓΩΓΗ, ΕΙΣ ΤΗΝ οπτασίαν ΤΟΥ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ. ο δούλος του 'Ιησού Χριστού του αληθινού Θεού και Σωτηρος τού ανθρωπίνου γένους, εγώ ο 'Ιερώνυμος 'Αγαθάγγελος, ομολογητής, Ιερομόναχος της, του μεγάλου Βασιλείου τάξεως , γεγενημένος εν Ρόδο της Ροδονήσου, τω 79 έτη της ηλικίας μου . και να της, εν κοινοβιω της ιεράς τάξεως του μεγάλου Βασιλείου μοναδικής πολιτείας μου, εν ήμερα Κυριακη του Μαρτίου, επονομαζόμενη της Ορθοδοξίας, ήτις εστίν η πρώτη της αγίας και μεγάλης τεσσαρακοστής, τω 1270 έτη , εν Μεσσήνη της Σικελίας ευρισκόμενος , και παρηνωχλημένος πολλάκις ύπο πολλών και διαφόρων νυκτερινών οπτασιών, τέλος εις αύτην την άγίαν Κυριακην προς την αυγήν, ήκουσα τίνος τρομερωτάτης φωνής εξερχομένης εκ μέρους της ανατολής, ως από λυπηρας και φρικτής σάλπιγγος θαλασσινής. Εγερθείς εκ ταύτης τρέμων και όλος έκπληκτος, εγνων έμαυτον αδύνατον, και πεσών έμπροσθεν της εικόνος του εσταυρωμένου, και νομίσας ως εφτασεν ήδη το φοβερόν τελευταίον κριτήριον, εζήτουν την εξ ύψους θείαν βοήθειαν· εις δε έμαυτον πάλιν ελθών, ήκουσα φωνής γλυκείας λεγούσης μοι καθαρώς ταύτα· « Ιερώνυμε Αγαθάγγελε , μη φόβου, άλλα' έξελθε του ταμείου σου. και πορεύθητι εις τον παραθαλάσσιων κήπων, και ότι αν σοί απόκαλυφθεί, γράψον επί πίνακος. και πάντ' ακριβώς έγχάραξον μέχρι κεραίας, ίνα μην εξαλειφθεί το ονομά σου εκ της βίβλου της αίωνίου ζωής» . Έξηλθον ουν ευθύς κατά τον λόγον, και απήλθον εις τον κηπον, και εξαίφνης είδον ως έπιπτον εξ ούρανου κεραυνοι, βέλη πύρινα, και έσταζον ανθρώπινον αίμα, και πεσών κατά γης έκάλυπτον το πρόσωπόν μου, διότι ο φόβος τοσούτον κατέλαβε τας ζωτικας δυνάμεις μου, όσον ούκ ήδυνάμην πλέον εις έμαυτον ελθείν· εως <pron sym="U"/> πάλιν εξ έτέρας τερπνοτέρας φωνής έγνων έμαυτον ενδυναμωθέντα, ήτις ελεγέ μοι ούτως Γιέ άνθρώπου, εγέρθητι, και βλέψον κατά άνατολάς, κατά δυσμάς, κατά μεσημβρίαν, και άρκτον, και ότι αν σοί απόκαλυφθεί, γράψον πιστώς εις μνήμην και γνώσιν των με,τα ταύτα πιστών». Εγερθείς δε και άναβλέψας κατά άνατολάς, είδον μορφην λέοντος θυμωμένου και ήμικειμένου έπι χόρτων ώραίων, και από της μεγαλοπρεπούς θέας έφοβήθην· έκράτει δη εν τη χειρί αυτού διπλωμένον περγαμηνον εκ δέρματος προβάτου, δωρικη διαλέκτω γεγραμμένον εις κατανόησιν ανθρώπων, και πλησίασας, έκλινα τα γόνατα μου του άναγνώναι· τότε ο λέων πραέως έφη μοι· «Γιέ άνθρώπου άνάμεινον· πορεύθητι δε πρωτον εν τη θαλάσση και λούσαι, είτα στρέψας ανάγνωθι, οτι η ανάγνωσις ταύτης της βίβλου δια σε έτηρείτο· δεί δε πρωτον λουσθήναι σε και άγνισθήναι, ίνα μη έκλείψη από σου η μνήμη · άπελθών δε και λουσάμενος ήλθον· ο δε λέων άπλώσας τον περγαμηνον κατά γης, ειπέ μοι, «άνάγνωθι Γιέ άνθρώπου, την κατά της άμαρτίας του λαού του Θεού θείαν κρίσιν, και σύνες ακριβώς, ότι η άμαρτία τοιούτου άγνώμονος λαού βοά ενώπιον του θρόνου του Θεού, ης ένεκα βιάζεται ό Θεος αυτόν κολάσαι· αναγνούς δε την βίβλον, εύρισκον περιεχόμενα ταύτα.
ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ
ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ