Ζωή Σοφία Παλαιολογίνα
Η Ζωή (μετονομάστηκε σε Σοφία) Παλαιολογίνα ( γεννηθηκε το 1455 –
απεβιωσε 7 Απριλίου 1503), Μεγάλη Δούκισσα της Μόσχας, ήταν ανηψιά
του τελευταίου Αυτοκράτορα της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας,
Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και δεύτερη σύζυγος του Ιβάν Γ' της
Ρωσίας.
Βιογραφία
Αν και δεν υπάρχει βιβλιογραφία για την ακριβή ημερομηνία γεννήσεώς
της, οι μετέπειτα ημερομηνίες των διαφόρων φάσεων της ζωής της την
ορίζουν στα 1455. Θυγατέρα του Θωμά Παλαιολόγου (ο νεότερος από τα
έξι τέκνα του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου) και της
Αικατερίνης Ζακκαρία (κόρη του Κεντυρίωνα Β΄ πρίγκιπα της Αχαΐας),
βαφτίστηκε στον Μυστρά και πήρε το όνομα Ζωή.
Ο πρόωρος θάνατος των γονέων της, του Θωμά στην Ιταλία και της
Αικατερίνης στην Κέρκυρα, την άφησε ορφανή με αποτέλεσμα να
αναλάβει την κηδεμονία της ίδιας και των δύο αδελφών της, Ανδρέα και
Μανουήλ, ο Ρωμαιοκαθολικός καρδινάλϊος Βησσαρίων. Ο Βησσαρίων
υπήρξε φίλος του πατέρα της και στενός συνεργάτης τού Πάπα Πίου Β´
και των μετέπειτα ποντιφίκων. Φρόντισε ώστε τα παιδιά του Θωμά να
ασπασθούν το Ρωμαιοκαθολικό δόγμα, όπως το είχε ασπασθεί και ο
πατέρας τους σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Πίο Β΄, ο οποίος είχε
αναλάβει τη συντήρησή του χορηγώντας του 4.000 δουκάτα ετησίως.
Ο Πάπας Παύλος Β΄, θέλοντας να προσεταιρισθεί τους Ορθόδοξους
Ρώσους στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, μετά από επίπονες και σκληρές
διαπραγματεύσεις δύο και πλέον ετών, επέτυχε να ευοδωθεί το
συνοικέσιο της Ζωής με τον Ιβάν Γ΄, μεγάλο πρίγκιπα της Μόσχας.
Έτσι, η Ζωή αναχώρησε για το μεγάλο ταξίδι προς τη Μόσχα, που εκείνη
την εποχή διαρκούσε περί τους έξι μήνες, και με την άφιξή της στην
πρώτη ρωσική πόλη, το Πσκοφ, διακήρυξε ότι επανέρχεται στην
Ορθοδοξία και «μεταβαφτίσθηκε» σε Σοφία, που θύμιζε περισσότερο
Βυζάντιο. Παντρεύτηκε τον Ιβάν Γ΄ στις 12 Νοεμβρίου 1472 στο
Κρεμλίνο. Στο μακρύ αυτό ταξίδι της την ακολούθησε πλήθος εκπεσόντων
αρχόντων της άλλοτε κραταιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι οποίοι
εκρωσίσθηκαν και κατέλαβαν υψηλά αξιώματα στη ρωσική διοίκηση.
Η Σοφία Παλαιολογίνα οποία έμεινε στην ιστορία ως η γυναίκα που
ίδρυσε τη Μόσχα. Η πανέμορφη νεαρή απόγονος του Κωνσταντίνου
Παλαιολόγου, έχοντας μόνο τον τίτλο και την ομορφιά της ζει ως
προστατευόμενη του Πάπα. Όταν ο ίδιος για δικούς του λόγους
αποφασίζει να την προσφέρει ως νύφη στον πρίγκιπα Ιβάν του Δουκάτου
της Μοσχοβίας, δεν μπορεί παρά να δεχτεί το θέλημά του παρά τις
αντιρρήσεις του αδελφού της, ο οποίος την έχει τάξει αλλού, ώστε να
εξαλείψει τα χρέη του. Ο Ιβάν παρά τις έντονες διαμαρτυρίες και
ενστάσεις των κατοίκων της χώρας του, αλλά και του Μητροπολίτη
δέχεται τη Ζωή και τιμωρεί με βάρβαρο τρόπο όποιον αγνοεί την
απόφασή του. Η αποκάλυψη όμως του ιερέα της Ρώμης στον
Μητροπολίτη της Μοσχοβίας, ότι ο Ιβάν δέχτηκε τον όρο του Πάπα να
προσηλυτιστεί ο λαός του στην καθολική θρησκεία, προκειμένου να
παντρευτεί τη Ζωή, δημιουργεί μεγάλη αναταραχή και έτσι ο Ιβάν
διατάζει την μέλλουσα σύζυγό του να βαπτιστεί Ορθόδοξη και να αλλάξει
όνομα και εκείνη δέχεται.
Το 1472, η τελευταία πριγκίπισσα του Βυζαντίου, Σοφία Παλαιολογίνα
μετακομίζει από τη Ρώμη στη μακρινή Μοσχοβία για να παντρευτεί τον
Τσάρο Ιβάν Γ.
Ονειρεύεται να ιδρύσει ένα νέο Βυζάντιο. Η εχθρότητα της αυλής, οι
προδοσίες και οι ψευδείς κατηγορίες είναι αυτά που θα πρέπει να
αντιμετωπίσει εκεί. Έχοντας όπλα την αγάπη και την πίστη, η Σοφία
νικάει τους εχθρούς της και γίνεται η πρώτη γυναίκα που ασκεί τόση
επιρροή στη ρωσική ιστορία. Στέκεται δίπλα στον σύζυγό της βοηθώντας
τον Ιβάν να συγχωνεύσει τη διαμελισμένη χώρα, να διώξει τους
Μογγόλους εισβολείς και να οικοδομήσει το Κρεμλίνο της Μόσχας - το πιο
εκπληκτικό σύμβολο της Ρωσίας.
Η Σοφία εισήγαγε το τυπικό της Αυλής της Κωνσταντινούπολης στον
ρωσικό θρόνο, φρόντισε να καλέσει Ιταλούς αρχιτέκτονες να κτίσουν
ναούς και τα τείχη του Κρεμλίνου, όπως υπάρχουν και σήμερα, και κυρίως
να ανοικοδομήσουν το πολυεδρικό ανάκτορο (Грановитая палата), το
οποίο και σήμερα υποδέχεται τους ξένους ηγέτες που επισκέπτονται τη
Μόσχα.
Απέκτησε ένδεκα παιδιά, εκ των οποίων μόνο τα επτά επέζησαν. Ο
πρωτότοκος Βασίλι Γ΄ έμελλε να γίνει ο διάδοχος του Ιβάν Γ΄ μετά από
σκληρό αγώνα της μητέρας του Σοφίας, προκειμένου να αποκλείσει από
τον θρόνο τον εγγονό τού συζύγου της από τον προηγούμενο γάμο του,
τον Ντμίτρι.
Ως μία εκ των διαδόχων και των κληρονόμων του Ρωμαϊκού στέμματος -
από τα δύο αδέλφια της, ο Ανδρέας περνούσε έκλυτο βίο, πωλώντας εδώ
και εκεί τα δικαιώματά του επάνω στο Ρωμαϊκό θρόνο, ενώ ο Μανουήλ
κατέφυγε και βρήκε πλουσιοπάροχη και άνετη φιλοξενία στον Μωάμεθ
τον Πορθητή.
Επεισε τον Ιβάν Γ΄ να χρισθεί καίσαρας, όπως συνηθιζόταν στην
Κωνσταντινούπολη για τα τέκνα των Αυτοκρατόρων. Έτσι, από την
παραφθορά του λατινικού caesar, προήλθε και η μετέπειτα διατύπωση
του τίτλου τσάρος.
Επίσης, η Σοφία έπεισε τον διστακτικό σύζυγό της να αντιταχθεί και να
αποτινάξει τον ταταρικό ζυγό από τη χώρα του, αφού οι Ρώσοι ήταν
υποτελείς στον εκάστοτε χάνο των Τατάρων, να απελευθερώσει την
πατρίδα του και να συνενώσει τα διάφορα ανεξάρτητα δουκάτα και
πριγκιπάτα κάτω από την εξουσία του. Έτσι, στον τίτλο "τσάρος"
προστέθηκε και το "πασών των Ρωσιών".
Στις 7 Απριλίου 1503, η Ζωή (Σοφία) Παλαιολογίνα άφησε την τελευταία
της πνοή. Υπολογίζεται ότι ήταν 48 ετών.
Αναμφίβολα με την παρουσία της στη Μόσχα σφράγισε τη μεσαιωνική
πολιτική και πολιτιστική ιστορία της Ρωσίας, γεγονός που αναγνώριζαν
και αναγνωρίζουν και σήμερα οι Ρώσοι.
Ο σύζυγός της Ιβάν Γ΄ ήταν ο πρώτος στη ρωσική ιστορία που
ονομάσθηκε Μέγας, λόγω του έργου που πραγματοποίησε,
συνεπικουρούμενος από τη Ζωή (Σοφία) Παλαιολογίνα.
Εγγονός της ήταν ο Ιβάν Δ΄ της Ρωσίας (ο Τρομερός).
Το κρατικό εθνόσημο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ειναι ο δικέφαλος αετός.
Ο ρωσικός δικέφαλος αετός καθιερώθηκε από τον Ιβάν Γ′ έπειτα από το
γάμο του με τη Βυζαντινή Πριγκίπισσα Σοφία Παλαιολογίνα, ανεψιάς του
τελευταίου Αυτοκράτορα του
Βυζαντίου, Κωνσταντίνου ΙΑ′.
Έτσι, η Ρωσία από το γάμο αυτό υιοθέτησε το επίσημο βυζαντινό κρατικό
σύμβολο, που ήταν ο αετός με τα δύο κεφάλια.
Η πρώτη γνωστή αναφορά του δικέφαλου αετού ως ρωσικό σύμβολο είναι
το 1497